Η σπαστικότητα στη ΣΚΠ: Θεραπευτικές επιλογές

Τι είναι η σπαστικότητα;

Η σπαστικότητα είναι αποτέλεσμα βλάβης της κινητικής οδού στο επίπεδο του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού. Χαρακτηρίζεται από αύξηση του μυϊκού τόνου και διαταραχή της διάρκειας ή της αρμονίας κίνησης ενός άκρου. Οι ασθενείς αντιλαμβάνονται τη σπαστικότητα ως ένα αίσθημα “μαγκώματος” κατά την εκτέλεση κινήσεων, ενώ η βάδιση συχνά μοιάζει με τις κινήσεις ενός “ρομπότ”. Ανάλογα με τη βαρύτητα της σπαστικότητας μπορεί να εμφανίζονται συνοδοί νευροπαθητικοί πόνοι, παρατεταμένες συσπάσεις των μυών όπως π.χ. των προσαγωγών, όπως και διαταραχή της κένωσης της ουροδόχου κύστης προκαλώντας σημαντική επιβάρυνση στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Ποια είναι η πρωτεύουσα θεραπευτική επιλογή της σπαστικότητας;

Στην αντιμετώπιση της σπαστικότητας πρωτεύοντα ρόλο κατέχει η εντατική φυσιοθεραπευτική αγωγή, είτε σε κλινική αποκατάστασης, είτε σε επίπεδο εξωτερικού φυσιοθεραπευτηρίου. Οι φυσιοθεραπείες θα πρέπει να ακολουθούνται τουλάχιστον δύο φορές εβδομαδιαίως. Σημαντική είναι η χρήση υποστηρικτικών φυσιοθεραπευτικών μέσων, όπως ειδικά ποδήλατα άσκησης της σπαστικότητας (Motomed), τα οποία επιτρέπουν την ελάττωση της σπαστικότητας για αρκετές ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η αεροβική γυμναστική μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ευδιαδοχοκινησίας,  της καρδιαγγειακής λειτουργίας και να συμβάλλει στην ευεξία του ασθενούς.

Ποιες φαρμακευτικές ουσίες δρουν ευεργετικά στη σπαστικότητα;

Στη θεραπευτική της σπαστικότητας χρησιμοποιούνται ουσίες όπως η τολπεριζόνη, η μπακλοφένη, η γκαμπαπεντίνη και η τιζανιδίνη με καλά αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις βλαβών του νωτιαίου μυελού. Οι θεραπείες αυτές ανάλογα με το φαρμακοδυναμικό τους προφίλ χορηγούνται σε δόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συχνές παρενέργειες είναι το αίσθημα κόπωσης, η ναυτία, οι διάρροιες και σπανιότερα ψυχωσικά συμπτώματα.

Τελευταία φαρμακευτική εξέλιξη στη θεραπεία της σπαστικότητας αποτελούν τα κανναβινοειδή. Σε μία πρόσφατη μελέτη σε ασθενείς ύστερα από λήψη τετραϋδροκανναβινόλης (Tetrahydrocannabinol) παρατηρήθηκε βελτίωση της ικανότητας βάδισης, όπως και η υποκειμενική ελάττωση των αλγεινών συμπτωμάτων που συνόδευαν τη σπαστικότητα.

Ποιες οι νεώτερες εξελίξεις στη θεραπευτική της σπαστικότητας;

Στη θεραπευτική φαρέτρα κατά της σπαστικότητας προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια τρεις καινοτόμες θεραπείες, η ενδομυϊκή έγχυση Botulinum Toxin (Botox), η έγχυση μπακλοφένης μέσω αντλίας στο μυελικό σωλήνα (intrathecal application) και η έγχυση κρυσταλλικής κορτιζόνης (Triamcinolon-A) στο μυελικό σωλήνα μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης (intrathecal application).

Πότε χρησιμοποιείται το Botox στη σπαστικότητα;

Ένδειξη χρήσης της Botulinum Toxin (Botox) έχουν οι ασθενείς με ΣΚΠ με εντοπισμένη σπαστικότητα (π.χ. των προσαγωγών μυών, καμπτήρων μυών του άνω άκρου, εκτεινόντων του κάτω άκρου), στους οποίους γίνεται τοπική ενδομυϊκή έγχυση με καλά αποτελέσματα. Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα (συνήθως 3 μήνες) και στερείται σοβαρών παρενεργειών.

Σε περιπτώσεις εκτεταμένης σπαστικότητας που εντοπίζεται σε περισσότερα του ενός άκρα, οι δόσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση όπως και η αναγκαιότητα έγχυσης του φαρμάκου σε πολλαπλούς μύες καθιστά τη θεραπεία δυσχερή και με αμφίβολα αποτελέσματα.

Πότε χρησιμοποιείται η αντλία μπακλοφένης στη σπαστικότητα;

Η συνεχής έγχυση μπακλοφένης μέσω εμφυτευμένης αντλίας στον μυελικό σωλήνα (intrathecal application) αφορά ασθενείς με βαριά σπαστικότητα, η οποία είναι ανθεκτική στη θεραπεία με φάρμακα από το στόμα. Πιο συγκεκριμένα, στη σπαστικότητα που προέρχεται από απομυελινωτικές βλάβες του νωτιαίου μυελού στα πλαίσια της ΣΚΠ, επιτυγχάνεται η σημαντική βελτίωση του μυϊκού τόνου του ασθενούς και κατά συνέπεια της ποιότητας ζωής.

Οι παρενέργειες από αυτήν τη θεραπεία είναι η μυϊκή αδυναμία εκ υπερδοσολογίας, η κεφαλαλγία, οι λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως και οι επιπλοκές τοποθέτησης της αντλίας (υποδόρια συλλογή υγρού, αποσύνδεση ή σφάλμα του καθετήρα ή της αντλίας καθεαυτής). Απαιτείται συνεπώς η συμβουλή ενός πεπειραμένου και εξειδικευένου στη μέθοδο νευρολόγου και νευροχειρουργού, καθώς και η συνεχής παρακολούθηση του ασθενούς σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου.

Πότε χρησιμοποιείται η έγχυση κρυσταλλικής κορτιζόνης Triamcinolon-A στη σπαστικότητα;

Η έγχυση κρυσταλλικής κορτιζόνης Triamcinolon-A στο μυελικό σωλήνα μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης (intrathecal application) είναι μία μέθοδος που χρησιμοποιείται σε σύγχρονα κέντρα του εξωτερικού, ιδιαίτερα στη Γερμανία, για την αντιμετώπιση της σπαστικότητας στη ΣΚΠ, με πολύ καλά έως τώρα κλινικά αποτελέσματα. Η θεραπεία ενδείκνυται σε ασθενείς που εμφανίζουν σπαστικότητα που προέρχεται από απομυελινωτικές βλάβες του νωτιαίου μυελού στα πλαίσια της ΣΚΠ.

Η κρυσταλλικής μορφής κορτιζόνη εμφανίζει την ικανότητα να διαλύεται αργά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, σε μία χρονική περίοδο 4-6 εβδομάδων, προσφέροντας στον ασθενή βελτίωση του μυϊκού τόνου για αρκετό χρονικό διάστημα. Η θεραπεία επαναλαμβάνεται κάθε 6-8 εβδομάδες και μπορεί να διενεργείται μακροχρόνια. Εξαιτίας του επεμβατικού της χαρακτήρα, πρέπει να πραγματοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα. Σε μελέτες ασθενών με ΣΚΠ, ύστερα από επανειλημμένες θεραπείες, διαπιστώθηκε βελτίωση τόσο της σπαστικότητας όσο και του βαθμού αναπηρίας στην κλίμακα EDSS.

Σχολιάστε